Το κομπρεσέρ σού σπάει την ταφόπλακα (in vitro – μέρος Α΄)


όπου, ο παντογνώστης αφηγητής τούτης της –κομμάτι διανοητικής– αστυνομικής ιστορίας, παραλαμβάνει ευθαρσώς το λόγο, και αποκαλύπτει σε α΄ ενικό, όλα όσα σκέφτεται και προσχεδιάζει για τον ντεντέκτιβ-ήρωα της μυθοπλασίας του, εισάγοντας έτσι τον φιλοπερίεργο αναγνώστη στο εργαστήρι (in vitro) της τέχνης του, εκεί δηλαδή όπου τα εκλεκτότερα των υλικών της συγγραφικής του σκέψης συλλέγονται, δουλεύονται και ραφινάρονται προτού συναρμοστούν σε scripta· ίνα πληρωθεί το ρηθέν –το ερανισμένο εκ της τραγωδίας Ιούλιος Καίσαρ του μεγάλου βάρδου Σαίξπηρ–: «Σκέφτεται πάρα πολύ, τέτοιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι»


«Χωρίς τ’ αφεντικά, που κ α τ α δ έ χ ο ν τ α ι να τους πάρουν στη δούλεψή τους, τι θα γινόντουσαν οι εργάτες;» (η αραιογραφημένη έμφαση δική μου), αρέσκονταν να επαναλαμβάνουν οι καλοθελητές του 19ου αιώνα. Στη βάση αυτής της άκρως ηττοπαθούς, αηδιαστικά μεμψίμοιρης και παντελώς παρακμιακής θεώρησης του συμπαγώς ιεραρχημένου κόσμου, συνέλαβα έναν τύπο ανθρώπου, απ’ αυτούς που εν ολίγοις ονομάζονται: ‘άνθρωποι του καθήκοντος’. Έναν άνθρωπο που, καταπώς τον φαντάστηκα, υπηρέτησε οργανικά –και δη θρησκευτικά και έως αυτοθυσίας– την ύψιστη δομή προστασίας της κατεστημένης τάξης των Αφεντικών, τον πλέον εγγυητικό θύλακα διασφάλισης του ηγεμονικού status quo αλλά και τον πλέον αποτελεσματικό εκτελεστικό βραχίονα των μοχθηρότερων σχεδίων κοινωνικής αποσταθεροποίησης, την οπισθοφυλακή του συστήματος και, ταυτοχρόνως, την εμπροσθοφυλακή των επιχειρήσεων τύπου ‘σοκ και δέος’, την κατά κόσμον λεγεώνα του πιο καλά πληροφορημένου Κακού, και, φευ, την πιο τέλεια οργανωμένη δημόσια υπηρεσία μας: την Κρατική Ασφάλεια· έναν άνθρωπο που, ομνύοντας στην αυτού υψηλότητα τον εργοδότη του (το ‘Κράτος’, με την έννοια των Κρατούντων), επιτέλεσε με άκρα αφοσίωση και αξιοσέβαστο ζήλο αυτό που του ανατέθηκε ως υπέρτατο καθήκον: την κατασκευή πληροφοριών, που διοχετευόμενες υπογείως στον κατάλληλο μηχανισμό διασποράς, κατασκευάζουν με τη σειρά τους εκείνες τις επιθυμητές και προμελετημένες καταστάσεις, που προωθούν την πάγια στρατηγική του ελέγχου, του τρόμου, και ως εξ αυτών, του ελέγχου του τρόμου.

Παραδέχομαι λοιπόν, ότι αυτός ο εύστροφος παμπόνηρος μηχανορράφος και άξιος του μισθού του σκοτεινός αρχιτέκτων εξουσιαστικών σχεδίων εξ ονόματος του αρχετυπικού δόγματος ‘διαίρει και βασίλευε’, σκάρωσε κι είπε στη ζωή του τόσα ψέματα, όσα δε λέει ένα συνδικάτο καθ’ όλη τη διάρκεια μιας άγριας κι ακατάβλητης απεργίας. Προφανώς, αυτός ο εργατικότατος και φιλόπονος σαν αχόρταγο μυρμήγκι ασφαλίτης μου, που από θέση ισχύος ανώτερου αξιωματικού διηύθυνε με αιματοβαμμένα χέρια πλείστα απ’ τ’ αμυντικά παραρτήματα της πολυμήχανης καθεστωτικής μας Δύναμης, υπήρξε ένας ενσυνείδητα στρατευμένος παρακρατικός, ένας λάγνος φανατικός του εξτρεμισμού, και, το δίχως άλλο, ένας απ’ τους ολωσδιόλου αξιοκαταφρόνητους, πλην αληθινά θαρραλέους, ικανούς κι αξιοθαύμαστους μάνατζερ της συστημικής τρομοκρατίας. Ιδεολογικά αποϊδεολογικοποιημένος· πρακτικά αντικομουνιστής, μιλιταριστής, ακροδεξιός. Ένα κάθαρμα. Που αν τ’ αδέσποτο μουνί της μάνας του δεν τον ξεπέταγε στο άθλιο Κολοσσαίο της εγχώριας αστυνομοκρατίας, η υδροκέφαλη Λερναία Ύδρα της Κρατικής Ασφάλειας θα έπρεπε οπωσδήποτε να τον εφεύρει. Και που αν ζούσαμε σε παλαιούς, αμνημόνευτους, κι αδίστακτα αιμοδιψείς καιρούς, αυτός ο εγκληματικός εντολοδόχος αρχηγίσκος της αμερικανοκίνητης αρένας μας, αναπόφευκτα θα ελάμβανε ‘τα του Καίσαρος τω Καίσαρι’: εικοσιτρείς μαχαιριές.

Μακράν του να είναι ένας απ’ τους πολλούς μισθωτούς φουκαράδες που, αλίμονο!, είδαμε πόσο σκληρά τους φέρθηκε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και συσσώρευσης κεφαλαίου, αυτός ο –κατά την απαραβίαστη πράξη του διορισμού του– δημόσιος υπάλληλος, κατάφερε να γίνει αναντικατάστατος, εφαρμόζοντας απαρέγκλιτα την αποστομωτικότερη των αρχών του αδάμαστου Πρώσου στρατηγού Κλαούζεβιτς, απαράμιλλης αυθεντίας στην απαιτητικότατη τέχνη του πολέμου: «Όποιος διαθέτει ευφυΐα οφείλει να τη χρησιμοποιεί, αυτός είναι ο κανόνας».
    
Αποφάσισα λοιπόν ότι –πάνε μάνι-μάνι καμιά εικοσαριά χρόνια από τότε οπότε ας μιλάμε απερίφραστα– στο προσωπικό έπος αυτού του γενναιότατου ανδρός, ως καταλύτης λειτούργησε η διαβόητη φάμπρικα μαζικών εκκαθαρίσεων του αυθαιρέτως λεγόμενου ‘περιθωριακού στοιχείου’ κατά τη ζοφερή δεκαετία του ’80, εν Αθήναις. Όπου τ’ οργισμένο σύνθημα ‘εσύ τη Λιάνη, κι εμείς τον Δροσογιάννη’, απευθυνόμενο στον καθ’ ύλην αρμόδιο Ανδρέα, υποδείκνυε, διά του συντακτικού του ελέγχου, τα δύο άμεσα αντικείμενα του ευθέως υπονοούμενου μεταβατικού ρήματος ‘γαμάω’. Αν υπάρχει αναγνώστης που ακόμα κοκκινίζει στο άκουσμα της παραπάνω ασχημοσύνης, είναι ώρα να του προσφέρω μερικές αισχρότητες που αναμφίβολα θα του ανεβάσουν το αίμα στο κεφάλι.

Φαντάστηκα –με ιστορικό πλαίσιο την βρικολακιασμένη εποχή κατά την οποία: η Αστυνομία Πόλεων και η Χωροφυλακή ενοποιούνται για να συγκροτήσουν το κραταιό σώμα της ΕΛ.ΑΣ. (1984), ο δεκαεξάρης Μιχάλης Καλτεζάς δολοφονείται από τον εν διατεταγμένη υπηρεσία αστυφύλακα Αθανάσιο Μελίστα (1985), κι ο υπουργός Δημοσίας Τάξης Μένιος Κουτσόγιωργας παραιτείται της θέσεώς του παραδίδοντας στον στρατηγό Αντώνη Δροσογιάννη (1986), πρώην αξιωματικό του εμφυλιακού Εθνικού Στρατού στις τάξεις των αμερικανοκίνητων ΛΟΚ, επιτελικό σύνδεσμο των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών στο φασιστικό σχέδιο της ‘Κόκκινης Προβιάς’, ευπατρίδους εφευρέτη της ευρείας βεληνεκούς ‘σκούπας’, και εκ των ιδρυτικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ–, φαντάστηκα λοιπόν, έναν φιλόδοξο, ασύδοτο και πολλά υποσχόμενο ασφαλίτη, ο οποίος, εν πλήρη υπηρεσιακή ελευθερία κι εν αγαστή συμπνοία με τον μεντιατικό παράγοντα, θα τροφοδοτούσε το βαθύ λαρύγγι των καθεστωτικών εφημερίδων με ακατάπαυστο υλικό τρομοϋστερίας, προλειαίνοντας, προαναγγέλλοντας κι επιβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις νομοτελειακού χαρακτήρα επιχειρήσεις ‘ΑΡΕΤΗ’, διαμέσου των οποίων οι εντόπιες ιδιοκτήτριες τάξεις προωθούσαν τον επενδυτικό κριό του real estate στα αστικά κέντρα της χώρας, εξαρχής επιλέγοντας ως κερκόπορτα εκείνη τη γειτονιά της πρωτεύουσας που αποτελεί την άμεση συνέχεια του διοικητικού της κέντρου: τα Εξάρχεια.

Στην τότε ΚΥΠ, με πρωθυπουργική απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου (1981), διατελεί διοικητής ο εν αποστρατεία αντιστράτηγος πεζικού Γιώργος Πολίτης, στενότατος φίλος και εμπιστευτικός του στρατηγού και υπουργού Δροσογιάννη. Απτόμενος από την ορατή συνάφεια των κυρίων αυτών, εύλογα υπέθεσα ότι η ενδοεπικοινωνία τους και η από κοινού στρατηγική τους χάραξη, προφανώς θα διευκόλυναν τα μέγιστα έναν οξυδερκή υφιστάμενο υπάλληλο, επιφορτισμένο με το ευφάνταστο, πλην ανόσιο έργο, να διοχετεύει τα πρωτοσέλιδα και τις στήλες των εφημερίδων (των ένθεν και ένθεν: ο δεξιός τύπος θα προσφέρει αφειδώλευτα τη συνδρομή του στον κηρυχθέντα ‘ιερό πόλεμο’ της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ), με εκφοβιστικές –και τερατώδεις για τον μονίμως ανήσυχο ‘μέσο πολίτη’ της εγχώριας δουλοπαροικίας– ‘ειδήσεις’ και ‘πληροφορίες’. Ας πούμε ότι τον αντιλήφθηκα σαν τον κυρίως υπεύθυνο για όλα κείνα τα εγκάθετα ρεπορτάζ, όπως αυτό με τον πηχυαίο τίτλο: Εξάρχεια: μετά τα ναρκωτικά και τους αναρχικούς, ήρθαν οι πανκς με τα ξυρισμένα κεφάλια («Έθνος», 1984), ή αυτό: Νέα επεισόδια δημιούργησαν πάλι οι αναρχικοί ‘υπήκοοι του κράτους’ των Εξαρχείων («Ακρόπολη», 1986). Ή, για να το κάνουμε κι εδώ πέρα λίγο προβοκατόρικη χάβρα, ας πούμε ότι τον αντιλήφθηκα σαν τον σκιώδη συντάκτη αυτού του δημοσιευθέντος πονήματος: Όποια ώρα κι αν περάσεις (σ.σ. απ’ τα Εξάρχεια) βλέπεις μακρυμάλληδες με κουρελιασμένα ρούχα να είναι ξαπλωμένοι ανενόχλητοι στο γρασίδι. Δε φτάνουν τα τόσα και τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι, έρχεται να προστεθεί η διαφθορά με τους ‘αναρχικούς’, τα ναρκωτικά (…). Η κυβέρνηση φταίει γι’ αυτήν την απαράδεκτη κατάσταση. Δεν παίρνει κανένα μέτρο. ‘Αναρχικοί’, ναρκομανείς κ.α. δρουν ανενόχλητα με την ανοχή της αστυνομίας («Ριζοσπάστης», 1980).

Κι έτσι εν πολλοίς, στο εσωτερικό αυτού του ιστορικού περιβλήματος καλουπωμένος, εγένετο Μπάτσικας. Αρχικά ασφαλίτης, αρχικά μίσθαρνο όργανο. Γέννημα-θρέμμα του Γύψου.

Ακριβώς έτσι τον είδα, τον σκιαγράφησα και τον εννόησα. Σαν τον αναπόσπαστο ενδιάμεσο κρίκο μιας μακράς παρακρατικής αλυσίδας που εκτείνεται επιχειρησιακά από τον σχεδιασμό επί χάρτου μέχρι την ακέραια υλοποίηση, και περισφίγγει σα βόας το κοινωνικό σώμα. Σαν εκείνο το σκαιό πιόνι, που διευθετεί αρμοδίως τα πολεμικά ανακοινωθέντα προς χειραγώγηση των αμάχων. Σαν αρχιμάστορα στον ‘δούρειο ίππο’ του συστήματος προς το κοινωνικό μελίσσι. Σαν εκείνον τον παρονομαστή, που διαιρεί και κατακερματίζει την κοινωνική συνείδηση. Σαν τον μπαγαμπόντη κλειθροποιό που ξετίναξε την κλειδαριά του κουτιού της Πανδώρας…

«Δεν κατοικούμε στη συνοικία κάποιας πόλης, αλλά μέσα στην εξουσία. Κατοικούμε κάπου μέσα στην ιεραρχία», αποφάνθηκαν κάποιοι* (από τους πλέον επικίνδυνους, με τη σαιξπηρική σημασία). Ο ασφαλίτης Μπάτσικας, καταπώς τον έφτιαξα, κατοίκησε στα ρετιρέ. Ωστόσο, ούτ’ αυτός ούτ’ εγώ, στιγμή δεν αγνοήσαμε την μαθηματικώς αποδεδειγμένη φράση του Πασκάλ. Πως δηλαδή:

«Η τελευταία πράξη θα είναι αιματηρή».


-----------
*Ραούλ Βανεγκέμ, Αττίλα Κοτάνυι 
[Σ.σΌποιος θέλει να ενημερωθεί σχετικά με το ιστορικό μπαγκράουντ που θίγεται, ας ρίξει γι’ αρχή μια ματιά εδώ, κι έπειτα ας πάει και παραπέρα.
Ο ερευνών αμειφθήσεται…] 

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Και πάνω που είχα αρχίσει να τον συμπαθώ τομπούστη τομπάτσικα..

Tolmiro Decolte είπε...

Τον λογαριασμό θα τον πληρώσει ο ίδιος όμως - στο εγγυώμαι.

Ανώνυμος είπε...



μονο αιμα...

δηλαδη ο μπατσικ εγινε ντεντεκτιβ κατοπιν της συνταξιοδοτησης του απο την κυπ; και αν ναι γιατι δεν αραξε στα κιλα του και ξαναριχτηκε στη φωτια της δρασης; ε τι διαολο εισαι τελικα ρε μπατσικα;

Tolmiro Decolte είπε...

Το ίδιο αναρωτιέμαι κι εγώ. Και θα τον κάνω να στα πει χαρτί και καλαμάρι.